Skip to main content

Return to Monkey Island by Ron Gilbert


Υπήρχε μια εποχή, είκοσι και κάτι χρόνια πριν, που «τραγουδώντας» τα κάλαντα στα οικοδομικά τετράγωνα της γειτονιάς μου, μάζευα χρήματα με τα οποία πρόσφερα δώρα στον εαυτό μου, μα και σε μερικά αγαπημένα μου πρόσωπα (πράξη που πλέον μοιάζει τόσο μακρινή, σαν να την έκανε κάποιος άλλος). Θυμάμαι να πηγαίνω πόρτα πόρτα – αρκετές, μάλιστα, παραμένουν ίδιες, τα ίδια σπίτια, οι ίδιες αυλές, απλώς εγώ μεγάλωσα, άλλαξα. Κουδουνούσα λοιπόν τις πόρτες των σπιτιών, αδιαφορώντας για το αν κοιμάται ο κόσμος ή έχει τα προβλήματά του, προσφέροντάς τους την ασυναγώνιστη εμπειρία ενός μπόμπιρα που γκαρίζει, χτυπώντας δύο σίδερα μεταξύ τους. Διόλου καλός τρόπος να ξεκινά κανείς τη μέρα του, αν και υπήρχαν εξαιρέσεις, καθώς μερικοί άνθρωποι με υποδέχονταν με χαμόγελο και περίμεναν να ολοκληρώσω το παράφωνο τραγούδι μου. Φορούσα κι ένα από εκείνα τα τσαντάκια μέσης τις λεγόμενες μπανάνες και έχωνα εκεί μέσα με μανία τα λεφτά, σαν να πρόκειται για πολύτιμο θησαυρό. Γιατί όμως τέτοιο πείσμα; Μα, τα χρειαζόμουν για να αγοράζω video games!

Ήμουν αρκετά τυχερός, διότι στις αρχές του εικοστού πρώτου αιώνα (αν δε με απατά η μνήμη μου, το 2001), απέκτησα τον πρώτο μου υπολογιστή. Μέχρι τότε πήγαινα σε σπίτια φίλων και συγγενών, ανακαλύπτοντας εκεί τον μαγικό κόσμο που αυτό το μεγάλο, γκρίζο κουτί έκρυβε. Ήταν ένα μηχάνημα δουλειάς, όπως άκουγα να λένε, μα έδινε και τη δυνατότητα να διασκεδάσεις, κάτι που στα παιδικά μου μάτια φαινόταν συγκλονιστικό. Δουλειά και διασκέδαση μαζί. Δε γνώριζα πολλά για το πρώτο ακόμη, όμως στο δεύτερο κουβαλούσα ήδη καλή προϋπηρεσία. Τόση, ώστε να χρησιμοποιώ το χριστουγεννιάτικο «ταλέντο» μου για να αγοράζω κάτι από τη Nintendo, τη Sony, τη Sega ή στις σπάνιες περιπτώσεις που τα πετύχαινα, κάποιο από τα μεγάλα κουτιά με τα καταπληκτικά εξώφυλλα, που απευθύνονταν στους PC Gamers.

Τότε τα εξώφυλλα των παιχνιδιών έπαιζαν πολύ σημαντικό ρόλο, όπως και σήμερα δηλαδή, αλλά σκεφτείτε πως κάποτε εκείνο που αντίκριζες στο κουτί σε σχέση με εκείνο που έβλεπες στην οθόνη, αποτελούσαν δύο διαφορετικούς κόσμους. Μα εντελώς διαφορετικούς, όμως. Έλα όμως που η πεινασμένη μας φαντασία, ορεξάτη και απαίδευτη στον κόσμο των γραφικών, αντιμετώπιζε τα πολύγωνα και τα pixels σαν θαύματα του σύγχρονου κόσμου! Δεν μπορώ να το εξηγήσω διαφορετικά. Βλέπαμε αυτό που θέλαμε και όχι αυτό που ήταν. Η συνειδητοποίηση έγινε πολύ μετά, όταν μέσα από το YouTube επέστρεψα και είδα με τα ίδια μου τα μάτια ότι η Lara Croft, για παράδειγμα, που χοροπηδούσε μ’ ένα πιστόλι σε κάθε χέρι, κάνοντας κωλοτούμπες στον αέρα και πυροβολώντας, δεν έδειχνε τίποτα παραπάνω από μερικά γεωμετρικά σύμβολα με λίγο χρώμα.

Υπήρχαν δύο μαγαζιά στη γειτονιά μου που πουλούσαν μεταξύ άλλων και video games. Το ένα βρισκόταν αρκετά κοντά στο σπίτι και το δεύτερο λίγο πιο μακριά, για το οποίο έπρεπε να σκαρφιστώ ένα ψέμα, για να καταφέρω να πάω μέχρι εκεί (να σημειωθεί εδώ ότι μιλάμε για το 1996). Πήγαινα λοιπόν μέχρι εκεί και χάζευα τις βιτρίνες. Τα μικρά και μεγάλα κουτιά που κοσμούσαν τα ράφια. Μερικά παραδείγματα: Donkey Kong Country 2: Diddy’s Kong Quest, Full Throttle, Phantasmagoria, Resident Evil, Tomb Raider και άλλα, εκείνο όμως που δε θα ξεχάσω ποτέ, ήταν η εικόνα από ένα παιχνίδι με τίτλο The Curse of Monkey Island. Επρόκειτο, μάλιστα, για το πρώτο της σειράς που έπαιξα, παρότι μιλάμε για το τρίτο χρονολογικά. Τα προηγούμενα δύο ήρθαν για μένα αργότερα από αυτό, το οποίο και αγόρασα ύστερα από μερικές ημέρες αφότου το πρωτοαντίκρισα, γιατί συνέπεσε με τις γιορτές των Χριστουγέννων και τα ασταμάτητα παρακαλητά μου, ώστε κάποιος να υποκύψει και να μου κάνει το χατίρι – ναι, τα κάλαντα δεν ήταν πάντα αρκετά. Υποσχόμουν πως θα ήμουν καλός μαθητής και διάφορα τέτοια, που δεν τηρούσα ποτέ. Κάπως έτσι, λοιπόν, γνώρισα τον Guybrush Threepwood.

Και φτάνουμε στην περσινή χρονιά, όπου, στα τριάντα τέσσερά μου, κρατώντας την κονσόλα της Nintendo, το Switch κι έχοντάς της αφιερώσει εκατοντάδες ώρες από τον Αύγουστο του 2017, ο αδελφός μου μου δώρισε το Return To Monkey Island, λίγες μέρες μετά την κυκλοφορία του. Το χάζευα να κατεβαίνει στην κεντρική οθόνη και κάθε λεπτό που περνούσε κοιτούσα τη μπάρα να γεμίζει και μ’ έπιανε ταχυπαλμία. Θα επέστρεφα κι εγώ, με τη σειρά μου, στο νησί.

Ανοίγει το menu και πηγαίνω κατευθείαν εκεί που λέει Scrapbook, όπου πραγματοποιεί μια επανάληψη στα περασμένα, με ένα γλυκό και χιουμοριστικό (αλίμονο) τρόπο και έπειτα πατάω το New Game. Σκέφτομαι τον Ron Gilbert και την LucasArts εκείνης της περασμένης εποχής. Τα παιχνίδια της, τις σπαζοκεφαλιές, τους παρανοϊκούς γρίφους και το πανέμορφο pixel hunting. Πόσες φορές ξεκαρδίστηκα στα γέλια με τα έργα τούτα.

Περνάει η πρώτη, η δεύτερη, η τρίτη, η τέταρτη ώρα, κι όταν κάποια στιγμή καταλαβαίνω ότι πλησιάζω στο φινάλε, σταματώ. Το αφήνω στην άκρη και επιστρέφω ύστερα από κάποια εικοσιτετράωρα. Κρατάω κάποιες σημειώσεις σχετικά με το τι θέλω να γράψω και εν τέλει δεν χρησιμοποιώ ούτε μια αράδα. Μα τι ακριβώς να σχολιάσω; Το εικαστικό του; Αν είναι ένα καλό παιχνίδι και πώς το καταφέρνει; Αν έχει κάποιο ελάττωμα και άλλα τέτοια; Δε βρίσκω το λόγο. Τα Monkey Island και γενικά τα παιχνίδια του Gilbert και του φίλου του, Tim Schafer αποτελούν περιπτώσεις που δεν μπορώ, ούτε και θέλω να αναλύσω ιδιαιτέρως. Απολαμβάνω το να συναντάω ανθρώπους που τα γνωρίζουν και το να ανοίξει ίσως μια συζήτηση, μα μέχρι εκεί. Το κείμενο αυτό το έγραψα γιατί ήθελα να μοιραστώ μαζί σας ένα κομμάτι από τα παιδικά μου χρόνια, όταν τα βιντεοπαιχνίδια καταλάμβαναν μεγάλο μέρος της ζωής μου, προσφέροντας αμέτρητα δώρα στη φαντασία μου.

Στο τρυφερό κείμενο του Σάκη, https://unboxholics.com/reviews/games/nintendo-switch/98997-return-to-monkey-island-review-ekeino-to-paichnidi-me-tous-peirates θα βρείτε περισσότερες λεπτομέρειες σχετικά με το Return To Monkey Island, καθώς και μια σύντομη και συγκινητική εξομολόγηση.

As Experienced by Element 

Επιμέλεια του Δήμου Σκορδίλη

Comments